Σάββατο, 30 Απριλίου 2011

ΜΟΙΡΟΛΟΓΙΑ

Από την Ανθολογία Δημοτικού Τραγουδιού του Ν. Γ. Πολίτη

192

ΕΙΣ ΑΓΟΥΡΟΝ

Για ιδές καιρό που διάλεξες, Χάρε μου, να τον πάρης,
'ς τα έβγα του καλοκαιριού, 'ς τα έμπα του χειμώνα,
να πάρης τάνθη οχ τα βουνά, λελούδια από τους κάμπους,
να πάρης τον αμάραντο, να τον μαράν' ή πλάκα.

193

Δεν είναι κρίμα κι' άδικο, παραλογιά μεγάλη,
να στέκουν τα παλιόδεντρα και τα σαρακιασμένα,
να πέφτουνε τα νιόδεντρα με τάνθη φορτωμένα;

194

Ήλιε μου, πώς εβιάστηκες να πας να βασίλεψης,
ν' αφήσης το σπιτάκι σου κι' αλλού να πας να φέξης;

195

Δε σόμοιαζε, λεβέντη μου, 'ς τη μαύρη γης για νά μπης,
μόν' σόμοιαζε να κάθεσαι 'ς ένά μορφο τραπέζι,
να τραγουδάς να χαίρεσαι, να σε κερνούν να πίνης.
Άγουρ', άγουρε δροσερέ κρουσταλλοβραχιονάτε,
χρυσά ήταν τα καλίγια σου κι' αργυρά τα σφυριά σου,
και το σφυρί που σφύριζε με το μαργαριτάρι.
Νύχτα σελλώνει τάλογο, νύχτα το καλιγώνει,
νύχτα περνάει το 'Ρουφιά, το φοβερό ποτάμι.
Πάει να πάρη το φιλί πρου βρέξη, πρου χιονίση.

196

Δε σόπρεπε, δε σόμοιαζε 'ς τη γη κρεβατοστρώση,
μόν' σόπρεπε, μόν' σόμοιαζε 'ς του Μάη το περιβόλι,
ανάμεσα σε δυο μηλιαίς, σε τρεις νεραντζοπούλαις,
να πέφτουν τ' άνθ' απάνου σου, τα μήλα 'ς την ποδιά σου,
τα κρεμεζογαρούφαλα τριγύρω 'ς το λαιμό σου.

197

Το νιο που συνεβγαίνουμε τι έχουμε να του πούμε;
πού το ψηλός σαν άγγελος, λιγνός σαν κυπαρίσσι,
πού χε το Μάη 'ς τοϊς πλάταις του, την άνοιξη 'ς τα στήθη,
τάστρα και τον αυγερινό 'ς τα μάτια και 'ς τα φρύδια,
πού τον 'ς τους κάμπους το βιολί, 'ς την εκκλησιά καντήλι,
ήτανε και 'ς το σπίτι του καράβι αρματωμένο.
Και το βιολί τσακίστηκε, και το καντήλι εσβήστη,
και το καράβι τόμορφο κ' εκείνο απικουπίστη.

2 σχόλια:

  1. Τα παραπάνω μοιρολόγια είναι θρήνοι της μάνας για το γιο που έχασε. Μπορείτε να εντοπίσετε και άλλα και να τα συσχετίσετε με ανάλογους θρήνους στην Ιλιάδα;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Για ... απορίες επί του λεξιλογίου μπείτε στην "Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα" από τους Χρήσιμους Συνδέσμους.

    ΑπάντησηΔιαγραφή